κοινότης


κοινότης
общность

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κοινότης" в других словарях:

  • κοινότης — sharing in common fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινοτήτων — κοινότης sharing in common fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότησι — κοινότης sharing in common fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότησιν — κοινότης sharing in common fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότητα — κοινότης sharing in common fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότητας — κοινότης sharing in common fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότητες — κοινότης sharing in common fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότητι — κοινότης sharing in common fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινότητος — κοινότης sharing in common fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • общество — народн. обчество, кашинск. (См.), укр. обчество, ст. слав. обьштьство κοινότης (Супр.) Заимств. из цслав., образовано от общий, как греч. κοινωνία сообщество – от κοινός общий . Согласно Шахматову (Лит. яз. 76), сюда же относится оптом …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Mount Athos — Ἅγιον Ὄρος Agion Oros (Αυτόνομη Μοναστικὴ Πολιτεία Ἁγίου Ὄρους) Aftonomi Monastiki Politia Agiou Orous location of Mount Athos in Greece …   Wikipedia